Αρθρικός περιορισμός

Ο αρθρικός περιορισμός αναφέρεται στη μειωμένη ικανότητα μιας άρθρωσης να εκτελέσει την πλήρη, φυσιολογική για την ηλικία και τη δραστηριότητα του ατόμου, τροχιά κίνησης. Μπορεί να οφείλεται σε ενδαρθρικά αίτια, όπως η φθορά του χόνδρου, ο σχηματισμός οστεοφύτων ή η παρουσία ελεύθερων σωματίων, καθώς και σε εξωαρθρικά αίτια, όπως η ίνωση της άρθρικής κάψουλας, η βράχυνση των περιαρθρικών μαλακών μορίων ή ο μυϊκός σπασμός. Συχνά συνοδεύεται από πόνο, δυσκαμψία και αίσθημα «σφιξίματος» κατά την προσπάθεια εκτέλεσης συγκεκριμένων κινήσεων, με αποτέλεσμα την επηρεασμό της καθημερινής λειτουργικότητας του ασθενούς. Ο αρθρικός περιορισμός μπορεί να είναι προσωρινός, όπως συμβαίνει μετά από κάκωση ή χειρουργική επέμβαση, ή μόνιμος, στις περιπτώσεις προχωρημένης εκφυλιστικής νόσου ή αγκύλωσης. Η αξιολόγησή του γίνεται κλινικά με τη μέτρηση του εύρους κίνησης (γωνιομέτρηση) σε σύγκριση με τις φυσιολογικές τιμές ή με την αντίστοιχη υγιή άρθρωση. Η αντιμετώπισή του βασίζεται συνήθως σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας με στοχευμένες ασκήσεις διάτασης και κινητοποίησης, ενώ σε πιο σοβαρές περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παρέμβαση για την αποκατάσταση της κινητικότητας.