Αρθριτική βλάβη
Η αρθριτική βλάβη αναφέρεται στις παθολογικές αλλοιώσεις που προκαλούνται στις δομές μιας άρθρωσης στο πλαίσιο φλεγμονώδους ή εκφυλιστικής αρθρίτιδας, και περιλαμβάνει τη φθορά του αρθρικού χόνδρου, τη βλάβη του υποχόνδριου οστού, τη φλεγμονή του αρθρικού υμένα, καθώς και αλλοιώσεις στους περιαρθρικούς συνδέσμους και την κάψουλα. Στην οστεοαρθρίτιδα, η βλάβη είναι κυρίως μηχανικού και εκφυλιστικού χαρακτήρα, με σταδιακή λέπτυνση του χόνδρου και σχηματισμό οστεοφύτων, ενώ στη ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλες φλεγμονώδεις αρθροπάθειες, η βλάβη προκαλείται από χρόνια αυτοάνοση φλεγμονή του αρθρικού υμένα, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή τόσο του χόνδρου όσο και του υποκείμενου οστού. Η προοδευτική αρθριτική βλάβη οδηγεί σε πόνο, οίδημα, δυσκαμψία, ιδιαίτερα πρωινή στις φλεγμονώδεις μορφές, και σταδιακό περιορισμό της κινητικότητας, με σημαντική επίδραση στη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Η έκταση και η σοβαρότητα της βλάβης αξιολογούνται κλινικά, σε συνδυασμό με απεικονιστικό έλεγχο, όπως ακτινογραφία για την εκτίμηση οστικών αλλοιώσεων ή μαγνητική τομογραφία για λεπτομερέστερη απεικόνιση χόνδρου και μαλακών μορίων, ενώ σε φλεγμονώδεις μορφές συμβάλλουν και εργαστηριακοί δείκτες φλεγμονής. Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της βλάβης, περιλαμβάνοντας φαρμακευτική αγωγή, φυσικοθεραπεία, ενδοαρθρικές εγχύσεις, ενώ σε προχωρημένες περιπτώσεις με σημαντική καταστροφή της άρθρωσης μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική παρέμβαση, όπως αρθροπλαστική.