Αστάθεια κόκκυγα
Η αστάθεια κόκκυγα αναφέρεται στην παθολογική, υπερβολική κινητικότητα του κόκκυγα, του τελευταίου τμήματος της σπονδυλικής στήλης, στην άρθρωσή του με το ιερό οστό (ιερο-κοκκυγική άρθρωση), πέρα από τα φυσιολογικά όρια κίνησης που επιτρέπουν την ελαφριά μετακίνησή του κατά την καθιστική θέση ή την αφόδευση. Οφείλεται συνήθως σε τραυματισμό, όπως πτώση σε καθιστή θέση με άμεση πρόσκρουση στην περιοχή, σε χαλάρωση ή βλάβη των συνδέσμων που σταθεροποιούν φυσιολογικά την ιερο-κοκκυγική άρθρωση, καθώς και σε επαναλαμβανόμενη μηχανική καταπόνηση, όπως παρατεταμένη καθιστική εργασία σε σκληρές επιφάνειες. Η αστάθεια αυτή μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική κάμψη ή μετατόπιση του κόκκυγα κατά την καθιστική θέση, προκαλώντας χρόνιο πόνο στην περιοχή (κοκκυγοδυνία), ο οποίος συνήθως επιδεινώνεται με την καθιστική στάση, ιδιαίτερα σε σκληρές επιφάνειες, και ανακουφίζεται με την όρθια στάση ή την ανάκλιση του σώματος προς τα εμπρός. Η διάγνωση περιλαμβάνει κλινική εξέταση, καθώς και δυναμικό ακτινολογικό έλεγχο σε καθιστή και όρθια θέση, ο οποίος επιτρέπει τη σύγκριση της θέσης του κόκκυγα και την εκτίμηση του βαθμού μετατόπισης μεταξύ των δύο στάσεων. Η αντιμετώπιση είναι συνήθως συντηρητική, περιλαμβάνοντας τη χρήση ειδικών μαξιλαριών αποφόρτισης, φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο, φυσικοθεραπεία και, σε επίμονες περιπτώσεις, ενέσεις κορτικοστεροειδών, ενώ χειρουργική αφαίρεση του κόκκυγα (κοκκυγεκτομή) επιφυλάσσεται για σπάνιες, ανθεκτικές στη συντηρητική θεραπεία περιπτώσεις.