Αυχενογενής ζάλη
Η αυχενογενής ζάλη είναι μια αίσθηση ασάφειας, αστάθειας ή διαταραχής της ισορροπίας, η οποία προέρχεται από παθολογικές αλλαγές στις δομές της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς να οφείλεται σε πρωτοπαθή διαταραχή του αιθουσαίου συστήματος ή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Ο μηχανισμός της σχετίζεται με τη διαταραχή της φυσιολογικής λειτουργίας των ιδιοδεκτικών υποδοχέων που εντοπίζονται στους μύες, τους συνδέσμους και τις αρθρώσεις του άνω αυχένα, οι οποίοι υπό φυσιολογικές συνθήκες παρέχουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη θέση της κεφαλής στο χώρο, σε συνεργασία με το αιθουσαίο σύστημα και το οπτικό σύστημα. Όταν αυτές οι δομές υφίστανται βλάβη ή δυσλειτουργία, λόγω παθήσεων όπως η αυχενική σπονδύλωση, ο μυϊκός σπασμός, ή κάκωση τύπου whiplash, οι πληροφορίες που στέλνονται στο κεντρικό νευρικό σύστημα καθίστανται ανακριβείς ή ασύμφωνες με τα ερεθίσματα από τα άλλα συστήματα ισορροπίας, προκαλώντας αίσθημα ζάλης ή αστάθειας. Η αυχενογενής ζάλη χαρακτηριστικά επιδεινώνεται με συγκεκριμένες κινήσεις ή στροφές του αυχένα και συχνά συνοδεύεται από αυχεναλγία, δυσκαμψία και, ενίοτε, κεφαλαλγία, ενώ διαφέρει από άλλες μορφές ζάλης καθώς συνήθως δεν συνοδεύεται από πραγματικό αίσθημα περιστροφής (vertigo) ή ακουστικά συμπτώματα. Η διάγνωσή της απαιτεί προσεκτικό αποκλεισμό άλλων, συχνά σοβαρότερων αιτιών ζάλης, μέσω κλινικής εξέτασης, απεικονιστικού ελέγχου της αυχενικής μοίρας και, όπου χρειάζεται, νευρολογικής ή ωτορινολαρυγγολογικής συνεκτίμησης. Η αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως σε φυσικοθεραπεία με στοχευμένες ασκήσεις κινητοποίησης του αυχένα και επανεκπαίδευσης της ιδιοδεκτικότητας, καθώς και σε διόρθωση της στάσης σώματος για τη μείωση της επιβάρυνσης της περιοχής.