Αυχενικό Σύνδρομο

Το αυχενικό σύνδρομο είναι ένας γενικός όρος που περιγράφει ένα σύμπλεγμα συμπτωμάτων που προέρχονται από παθολογικές αλλοιώσεις της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, χωρίς απαραίτητα να προσδιορίζει συγκεκριμένη υποκείμενη αιτία. Περιλαμβάνει συνήθως αυχεναλγία, δυσκαμψία και περιορισμό του εύρους κίνησης του αυχένα, ενώ ανάλογα με τις δομές που επηρεάζονται μπορεί να συνοδεύεται από κεφαλαλγία, πόνο που ακτινοβολεί προς τον ώμο ή το άνω άκρο, ζάλη, καθώς και αισθητικές διαταραχές όπως μυρμήγκιασμα ή μούδιασμα στα χέρια. Οι πιο συχνές υποκείμενες αιτίες περιλαμβάνουν την αυχενική σπονδύλωση, τη δισκοκήλη, τη μυϊκή υπερφόρτωση λόγω κακής στάσης σώματος, τραυματισμούς όπως η κάκωση τύπου whiplash, καθώς και, σπανιότερα, φλεγμονώδεις ή νευρολογικές παθήσεις. Το αυχενικό σύνδρομο ταξινομείται ενίοτε σε υποκατηγορίες ανάλογα με την κυρίαρχη συμπτωματολογία, όπως το τοπικό αυχενικό σύνδρομο, όπου κυριαρχεί ο τοπικός πόνος και η δυσκαμψία, το ριζιτικό σύνδρομο, όπου υπάρχει συμμετοχή νευρικής ρίζας με ακτινοβολούντα πόνο, και το αυχενοκεφαλικό σύνδρομο, με συνοδό κεφαλαλγία και ζάλη. Η διάγνωση βασίζεται στο ιστορικό, την κλινική εξέταση και, όπου κρίνεται απαραίτητο, απεικονιστικό έλεγχο για τον εντοπισμό της υποκείμενης αιτίας και τον αποκλεισμό σοβαρότερης παθολογίας. Η αντιμετώπιση είναι συνήθως συντηρητική, περιλαμβάνοντας φυσικοθεραπεία, διόρθωση της στάσης σώματος, φαρμακευτική αγωγή για τον πόνο και, όπου απαιτείται, στοχευμένες παρεμβατικές τεχνικές, ανάλογα με την αιτία και τη σοβαρότητα της συμπτωματολογίας.