Αυχενική μικροαστάθεια
Η αυχενική μικροαστάθεια αναφέρεται σε μια ήπιου βαθμού, λειτουργική διαταραχή της σταθερότητας μεταξύ γειτονικών αυχενικών σπονδύλων, η οποία δεν φτάνει στο βαθμό της κλασικής, ακτινολογικά τεκμηριωμένης αστάθειας, αλλά εκδηλώνεται ως δυσλειτουργία στον έλεγχο της κίνησης λόγω χαλάρωσης των συνδέσμων ή μειωμένης νευρομυϊκής σταθεροποίησης της περιοχής. Οφείλεται συνήθως σε ήπια, επαναλαμβανόμενη μικροκάκωση των συνδεσμικών δομών, όπως συμβαίνει μετά από ήπια κάκωση τύπου whiplash, σε μυϊκή αδυναμία των βαθιών σταθεροποιητών μυών του αυχένα, καθώς και σε πρώιμες εκφυλιστικές αλλοιώσεις των μεσοσπονδύλιων δίσκων, οι οποίες μειώνουν την παθητική σταθερότητα του τμήματος. Σε αντίθεση με τη σοβαρή αυχενική αστάθεια, η μικροαστάθεια συχνά δεν είναι ευδιάκριτη σε τυπικό ακτινολογικό έλεγχο, αλλά εκδηλώνεται κλινικά με επαναλαμβανόμενα επεισόδια αυχεναλγίας, αίσθημα «χαλαρότητας» ή ανασφάλειας κατά την κίνηση, μυϊκή κόπωση και, ενίοτε, ήπια συνοδό ζάλη, ιδιαίτερα μετά από παρατεταμένη καταπόνηση της περιοχής. Η αξιολόγηση βασίζεται κυρίως στην κλινική εξέταση, με έμφαση στον έλεγχο της νευρομυϊκής λειτουργίας και της ιδιοδεκτικότητας του αυχένα, ενώ ο απεικονιστικός έλεγχος χρησιμεύει κυρίως στον αποκλεισμό πιο σοβαρής δομικής αστάθειας ή άλλης παθολογίας. Η αντιμετώπιση εστιάζει σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας με στοχευμένες ασκήσεις ενδυνάμωσης των βαθιών αυχενικών μυών και επανεκπαίδευσης της ιδιοδεκτικότητας, με στόχο τη βελτίωση του δυναμικού ελέγχου της σταθερότητας του αυχένα.