Αυχενική αστάθεια
Η αυχενική αστάθεια αναφέρεται στην απώλεια της φυσιολογικής ικανότητας της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης να διατηρεί τη σωστή ευθυγράμμιση και τον έλεγχο της κίνησης μεταξύ των σπονδύλων, υπό φυσιολογικά φορτία, χωρίς να προκαλείται υπερβολική ή ανεξέλεγκτη μετατόπιση. Οφείλεται συνήθως σε βλάβη ή χαλάρωση των σταθεροποιητικών δομών της περιοχής, όπως οι σύνδεσμοι, οι μεσοσπονδύλιοι δίσκοι και οι αρθρικές αποφύσεις, η οποία μπορεί να προκληθεί από τραυματισμό, όπως κάκωση τύπου whiplash, από εκφυλιστικές αλλοιώσεις της αυχενικής μοίρας, από συγγενείς ανωμαλίες, ή από φλεγμονώδεις παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Η αστάθεια αυτή μπορεί να οδηγήσει σε μη φυσιολογική πίεση στις νευρικές ρίζες ή, σε σοβαρότερες περιπτώσεις, στον νωτιαίο μυελό, με αποτέλεσμα συμπτώματα όπως αυχεναλγία, κεφαλαλγία, μυρμήγκιασμα ή αδυναμία στα άνω άκρα, ζάλη, καθώς και αίσθημα «χαλαρότητας» ή ανασφάλειας κατά την κίνηση του αυχένα. Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική εξέταση σε συνδυασμό με δυναμικό ακτινολογικό έλεγχο, ο οποίος περιλαμβάνει λήψεις σε κάμψη και έκταση για την αξιολόγηση της σχετικής μετατόπισης των σπονδύλων, ενώ η μαγνητική τομογραφία χρησιμοποιείται για την εκτίμηση των μαλακών μορίων και τυχόν συμπίεσης νευρικών δομών. Η αντιμετώπιση κυμαίνεται από συντηρητικά μέτρα, όπως φυσικοθεραπεία με ασκήσεις ενδυνάμωσης των αυχενικών μυών και χρήση αυχενικού κολάρου σε οξείες φάσεις, έως χειρουργική σταθεροποίηση σε σοβαρές περιπτώσεις με νευρολογική συμπτωματολογία ή σημαντικό κίνδυνο βλάβης του νωτιαίου μυελού.