Ατροφία
Η ατροφία είναι η μείωση του όγκου και της μάζας ενός οργάνου, ιστού ή κυτταρικού πληθυσμού, η οποία μπορεί να οφείλεται σε μείωση του μεγέθους των μεμονωμένων κυττάρων, στη μείωση του αριθμού τους, ή και στα δύο, με αποτέλεσμα τη σταδιακή υποχώρηση της λειτουργικής ικανότητας της προσβεβλημένης δομής. Στο πλαίσιο της ορθοπεδικής, η ατροφία αφορά συχνότερα τον μυϊκό ιστό και προκύπτει κυρίως από παρατεταμένη αχρησία, όπως συμβαίνει μετά από ακινητοποίηση λόγω κατάγματος ή χειρουργικής επέμβασης, από χρόνιο πόνο που περιορίζει την κίνηση, ή από νευρολογική βλάβη που διακόπτει τη νεύρωση ενός μυός. Πέραν της μυϊκής ατροφίας, στην ορθοπεδική πράξη μπορεί να παρατηρηθεί και ατροφία οστικού ιστού, γνωστή ως οστεοπόρωση ή οστεοπενία, η οποία σχετίζεται με μείωση της οστικής πυκνότητας και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, καθώς και ατροφία άλλων μαλακών μορίων, όπως ο χόνδρος, στο πλαίσιο χρόνιων εκφυλιστικών παθήσεων. Η ατροφία διακρίνεται σε φυσιολογική, όπως αυτή που σχετίζεται με τη γήρανση, και παθολογική, η οποία προκύπτει από συγκεκριμένη νόσο, τραυματισμό ή παρατεταμένη ακινησία, ενώ ο βαθμός αναστρεψιμότητάς της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αιτία και τη διάρκεια της υποκείμενης κατάστασης. Η αντιμετώπισή της βασίζεται στην έγκαιρη αναγνώριση και θεραπεία της αιτίας, καθώς και σε στοχευμένο πρόγραμμα φυσικοθεραπείας με προοδευτική κινητοποίηση και ενδυνάμωση, με στόχο την αποκατάσταση, όπου είναι εφικτό, της φυσιολογικής μάζας και λειτουργίας του προσβεβλημένου ιστού.