Αστάθεια βάδισης
Η αστάθεια βάδισης αναφέρεται στη μειωμένη ικανότητα διατήρησης της ισορροπίας και του ελέγχου του σώματος κατά τη διάρκεια της βάδισης, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο παραπατήματος ή πτώσης. Στο πλαίσιο της ορθοπεδικής, μπορεί να οφείλεται σε μηχανικά αίτια, όπως αστάθεια άρθρωσης λόγω βλάβης συνδέσμων, μυϊκή αδυναμία των κάτω άκρων ή πόνο που διαταράσσει το φυσιολογικό πρότυπο βηματισμού, καθώς και σε διαταραχή της ιδιοδεκτικότητας, δηλαδή της ικανότητας του σώματος να αντιλαμβάνεται τη θέση των αρθρώσεων στο χώρο. Άλλες αιτίες περιλαμβάνουν νευρολογικές παθήσεις που επηρεάζουν τον έλεγχο της κίνησης, διαταραχές της αιθουσαίας λειτουργίας, καθώς και τη φυσιολογική επίδραση της γήρανσης στην ισορροπία και τη μυϊκή δύναμη. Κλινικά, η αστάθεια βάδισης εκδηλώνεται με ασταθή ή διακεκομμένο βηματισμό, ανάγκη για στήριξη σε αντικείμενα ή άτομα, και αυξημένο φόβο πτώσης, ο οποίος μπορεί περαιτέρω να περιορίσει τη σωματική δραστηριότητα του ασθενούς. Η αξιολόγηση περιλαμβάνει κλινική εξέταση της μυϊκής δύναμης, της ισορροπίας και της άρθρωσης, καθώς και ειδικές δοκιμασίες βάδισης, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται συστήματα ανάλυσης κίνησης για ακριβέστερη εκτίμηση. Η αντιμετώπιση εστιάζει στη θεραπεία της υποκείμενης αιτίας, σε πρόγραμμα φυσικοθεραπείας με ασκήσεις ενδυνάμωσης, ισορροπίας και ιδιοδεκτικότητας, καθώς και, όπου χρειάζεται, στη χρήση βοηθημάτων στήριξης για τη μείωση του κινδύνου πτώσης.